σάμερον

Α
(δωρ. τ.) βλ. σήμερον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάμερον — σά̱μερον , σήμερον to day doric (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CYRENE sive CYRENAE — CYRENE, five CYRENAE plural. numeri insigne Libyae oppid. inter Syrtim maiorem, et Mareotidem situm, unum ex iis quae Pentapolim efficiunt, a Batto Thereo (quem Callimachus progenitorem suum fuisse tradit) conditum, a Cyrene, Penei amnis filia… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σήμερα — σήμερον ΝΜΑ, και σήμερις και σήμερο και λόγιος τ. σήμερον Ν, και δωρ. τ. σάμερον και αττ. τ. τήμερον και τήμερα Α επίρρ. αυτή την ημέρα, την παρούσα ημέρα, σε αντιδιαστολή προς τη χθεσινή και προς την αυριανή (α. «δεν θα τελειώσουν τη δουλειά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.